ygeiamou.gr, 17-2-2026
Για «σοβαρές ελλείψεις νοσηλευτικού προσωπικού, τραυματιοφορέων και βοηθητικών υγειονομικών στα δημόσια νοσοκομεία» κάνει λόγο η ΠΟΕΔΗΝ, προειδοποιώντας ότι η υποστελέχωση έχει «άμεσες επιπτώσεις στην ασφάλεια και την ποιότητα της νοσοκομειακής περίθαλψης». Όπως αναφέρει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας, Μιχάλης Γιαννάκος, «δεν μπορεί να υπάρξει ασφαλής νοσοκομειακή περίθαλψη με ελλιπή στελέχωση των νοσηλευτικών υπηρεσιών».
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, παρά τις επενδύσεις σε ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό την περίοδο της πανδημίας και τα έργα που υλοποιούνται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, «δεν υπάρχουν νοσηλευτικά χέρια να τα δουλέψουν».
Η ΠΟΕΔΗΝ υποστηρίζει ότι από τις περίπου 1.000 χειρουργικές αίθουσες των νοσοκομείων, λειτουργούν οι 600, ενώ οι υπόλοιπες 400 παραμένουν κλειστές «λόγω έλλειψης νοσηλευτικού προσωπικού». Παράλληλα, ο κ. Γιαννάκος εκτιμά ότι το πρόβλημα των λιστών αναμονής «προσωρινά κρύβεται» με τα δωρεάν απογευματινά χειρουργεία μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, προειδοποιώντας ότι όταν το πρόγραμμα ολοκληρωθεί «θα φουντώσουν και πάλι οι λίστες αναμονής και οι ασθενείς θα οδηγηθούν σε απογευματινά χειρουργεία επί πληρωμή».
Αντίστοιχη εικόνα περιγράφεται για τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας. Η Ομοσπονδία σημειώνει ότι, με βάση τα διαθέσιμα νοσοκομειακά κρεβάτια, στο ΕΣΥ «θα έπρεπε να υπάρχουν 3.500 κλίνες ΜΕΘ». Υπενθυμίζει ότι, κατά την πανδημία, οι κλίνες ΜΕΘ αυξήθηκαν από 450 σε 1.200, ωστόσο σήμερα, όπως καταγγέλλει, «λειτουργούν μόνο οι 800 κλίνες ΜΕΘ», καθώς περίπου 400 κλίνες «έκλεισαν κυρίως λόγω έλλειψης νοσηλευτικού προσωπικού και εντατικολόγων ιατρών». Στο ίδιο πλαίσιο, η ΠΟΕΔΗΝ επισημαίνει ότι, με την πίεση από τα κρούσματα γρίπης, «ζορίζονται τα νοσοκομεία στη διαχείριση των διασωληνωμένων ασθενών».
Η ανακοίνωση περιγράφει, επίσης, συνθήκες εργασίας που, όπως υποστηρίζεται, έχουν ξεπεράσει τα όρια αντοχής. Η ΠΟΕΔΗΝ αναφέρει ότι σε κλινικές με 40 νοσηλευόμενους «κάνουν βάρδια δύο νοσηλευτές», ενώ οι ελλείψεις τραυματιοφορέων φέρονται να επιβαρύνουν σημαντικά τους χρόνους αναμονής στα Τμήματα Επειγόντων. Κατά τον κ. Γιαννάκο, οι ελλείψεις «θέτουν σε κίνδυνο ζωές ασθενών» και οδηγούν μέρος του προσωπικού να «γυρίζει την πλάτη στο ΕΣΥ».
Ως αιτίες της φυγής, η Ομοσπονδία επικαλείται τις «εξαντλητικές συνθήκες εργασίας» και τις «χαμηλότατες αμοιβές», καθώς και τη «διαχρονική αδικία» της μη ένταξης των εργαζομένων στα Βαρέα και Ανθυγιεινά. Αναφέρεται, ακόμη, ότι νέοι επαγγελματίες υγείας και εργαζόμενοι του ΕΣΥ παραιτούνται μαζικά, αναζητώντας εργασία στον ιδιωτικό τομέα ή το εξωτερικό, ενώ γίνεται ειδική μνεία στους σχολικούς νοσηλευτές:
«Πάνω από 400 νοσηλευτές χάσαμε πέρυσι από το ΕΣΥ προς το Υπουργείο Παιδείας», αναφέρει η ΠΟΕΔΗΝ.
Στο σκέλος των αποδοχών, ο κ. Γιαννάκος παραθέτει ενδεικτικά ότι ο «τελικός καθαρός μισθός νεοδιοριζόμενου νοσηλευτή πανεπιστημιακής εκπαίδευσης είναι 836 ευρώ τον μήνα, βοηθού νοσηλευτή 736 ευρώ και τραυματιοφορέα 684 ευρώ», ποσά στα οποία, όπως σημειώνει, περιλαμβάνεται και το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής απασχόλησης. Για το κυκλικό ωράριο (νύχτες, απογευματινά και αργίες) η ΠΟΕΔΗΝ αναφέρει πρόσθετη αμοιβή περίπου 100 ευρώ μηνιαίως, την ώρα που, όπως υποστηρίζεται στην ανακοίνωση, «ένας νοσηλευτής στην Κύπρο με αντίστοιχη εργασία λαμβάνει 3.000 ευρώ το μήνα».
Τέλος, η Ομοσπονδία προειδοποιεί ότι αν συνεχιστεί η ίδια κατάσταση, μέσα στην επόμενη δεκαετία νοσοκομεία θα αναγκαστούν να κλείνουν τμήματα «ζωτικής σημασίας», λόγω έλλειψης προσωπικού. «Δεν θα υπάρχει ΕΣΥ», καταλήγει ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ.



