Έκθεση του ECDC καταγράφει την εμφάνιση νέου ανθεκτικού στελέχους στην Ελλάδα
και προειδοποιεί για εξάπλωση μικροβίων που απειλούν τα νοσοκομεία της Ευρώπης
Η έρευνα βασίστηκε σε δείγματα που συλλέχθηκαν
το 2019 από 323 νοσοκομεία σε 36 ευρωπαϊκές χώρες
ygeiamou.gr, 15-5-2026, Κλέλια Γιαρίμογλου
Τα ανθεκτικά μικρόβια δεν αποτελούν πλέον έναν μακρινό κίνδυνο για τα συστήματα υγείας, αλλά μία πραγματικότητα που δοκιμάζει ήδη τα νοσοκομεία της Ευρώπης. Νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC)έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) για τα Enterobacterales που είναι ανθεκτικά στις καρβαπενέμες ή/και στην κολιστίνη, δύο κατηγορίες αντιβιοτικών που χρησιμοποιούνται σε σοβαρές λοιμώξεις, δείχνει ότι ορισμένα ανθεκτικά στελέχη συνεχίζουν να εξαπλώνονται, ενώ εμφανίζονται και νέα στελέχη (συγκεκριμένα κλώνοι) υψηλού κινδύνου.
Η έρευνα βασίστηκε σε δείγματα που συλλέχθηκαν το 2019 από 323 νοσοκομεία σε 36 ευρωπαϊκές χώρες. Συνολικά αναλύθηκαν 2.973 στελέχη Klebsiella pneumoniae και 548 στελέχη Escherichia coli, μαζί με κλινικά, επιδημιολογικά και γονιδιωματικά δεδομένα. Με απλά λόγια, οι επιστήμονες δεν κατέγραψαν μόνο αν ένα μικρόβιο ήταν ανθεκτικό, αλλά προσπάθησαν να δουν και πώς εξαπλώνεται, από ποια «οικογένεια» προέρχεται και ποια γονίδια αντοχής «κουβαλά».
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι ανησυχητικό: Στην Ευρώπη δεν υπάρχει μία ενιαία «επιδημία» ανθεκτικών μικροβίων, αλλά πολλές διαφορετικές εστίες, με χώρες που εμφανίζουν σποραδικά περιστατικά και άλλες όπου η παρουσία τέτοιων στελεχών φαίνεται πιο εγκατεστημένη. Αυτό σημαίνει ότι η αντιμετώπιση δεν μπορεί να είναι γενική και αόριστη, αλλά χρειάζεται συστηματική επιτήρηση, γρήγορη ανίχνευση και στοχευμένα μέτρα μέσα στα νοσοκομεία.
Η ανησυχητική κατάσταση στα νοσοκομεία της Ελλάδας
Ιδιαίτερο βάρος δίνει η έκθεση στην Ελλάδα, καθώς μέσα από τη γονιδιωματική ανάλυση εντοπίστηκε ένας νέος κλάδος της Klebsiella pneumoniae ST39 που φέρει το γονίδιο αντοχής blaKPC-2. Πρόκειται για εύρημα με σημασία για τη δημόσια υγεία, καθώς το συγκεκριμένο στέλεχος εμφανίζει ανησυχητικό προφίλ αντοχής και, σύμφωνα με τους ερευνητές, φαίνεται να εξαπλώθηκε γρήγορα τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα σε νοσοκομεία της χώρας.
Στην έκθεση αναφέρεται ότι 12 από τα 15 ελληνικά νοσοκομεία που συμμετείχαν στην έρευνα είχαν δείγματα που ανήκαν σε αυτόν τον κλάδο, ενώ μεταγενέστερη διερεύνηση στην Ελλάδα επιβεβαίωσε τη συνέχιση της κυκλοφορίας του. Οι επιστήμονες του ECDC τονίζουν ότι, λόγω της ταχείας εξάπλωσης και των υψηλών επιπέδων αντοχής, απαιτείται στενή επιτήρηση ώστε να περιοριστεί περαιτέρω διασπορά.
Η γενικότερη εικόνα στην Ευρώπη
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η σύγκριση με προηγούμενη μελέτη του 2013-2014 δείχνει αύξηση του φορτίου. Η συνδυασμένη μέση επίπτωση των μικροβίων που παράγουν καρβαπενεμάσες, δηλαδή ένζυμα που τα καθιστούν ανθεκτικά σε αντιβιοτικά κρίσιμης σημασίας, αυξήθηκε από 2,5 περιστατικά ανά 100.000 ημέρες νοσηλείας σε 6,6 το 2019. Η αντίστοιχη μέση συχνότητα ανά 10.000 εισαγωγές αυξήθηκε από 1,3 σε 2,5.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για το μέλλον; Ότι η μικροβιακή αντοχή δεν είναι μόνο ζήτημα «νέων αντιβιοτικών», αλλά και ζήτημα οργάνωσης. Τα νοσοκομεία χρειάζονται καλύτερη επιτήρηση, ταχύτερη γονιδιωματική ανάλυση, έγκαιρη αναγνώριση πιθανών συρροών και αυστηρά μέτρα πρόληψης της διασποράς. Το ECDC τονίζει ότι οι επαναλαμβανόμενες γονιδιωματικές έρευνες έχουν πλέον καθιερωθεί ως βασικό εργαλείο ευρωπαϊκής επιτήρησης, αλλά χρειάζονται πιο γρήγορα και πιο ολοκληρωμένα συστήματα, μαζί με ενίσχυση των εθνικών δυνατοτήτων.
Με απλά λόγια, τα ανθεκτικά μικρόβια δεν είναι «αήττητα», αλλά απαιτούν να τα εντοπίζουμε νωρίς και να μην τους επιτρέπουμε να εξαπλώνονται σιωπηλά. Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η έκθεση καταγράφει σημαντικά ευρήματα, το στοίχημα των επόμενων ετών είναι η επιτήρηση να γίνει πιο άμεση, πιο συστηματική και πιο κοντά στην καθημερινή λειτουργία των νοσοκομείων.



